Ουγγρικά - Αγγλικά

szét

A2 Ουγγρικά
apart, asunder
A2
1
Μοτίβο χρήσης:
szét- + ige: szétesik, szétszed, széthúz, széttép
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Into separate pieces
Θέματα
pieces |breaking |tearing |separation |damage |core_vocabulary |daily_life
Ορισμός

Into pieces or parts, as by breaking or tearing.

A2 LITERARY
1
Μοτίβο χρήσης:
gyakran igekötőként vagy igekötős igével: széttör, szétszakít, szétvág
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
into separate parts; apart
Θέματα
physical_separation |breaking |tearing |destruction |core_vocabulary
Ορισμός

Into separate parts or pieces, especially when something is violently or completely split, cut, or torn.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε