Ουγγρικά - Αγγλικά

széthajt

B1 Ουγγρικά
unfold
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
széthajt valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
open something that is folded
Θέματα
folding |opening |paper |objects |handling |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To open something that has been folded so that it becomes flat or spread out.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε