Ουγγρικά - Αγγλικά

szétosztás

B1 Ουγγρικά
dispersal
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 FORMAL
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
distributing something among many recipients
Θέματα
distribution |aid |funding |allocation |administration |business |government
Ορισμός

the act of distributing something so that it goes out to many different people or places rather than being kept together

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε