Ουγγρικά - Αγγλικά

szétröhögtet

C1 Ουγγρικά
slay, fracture
ΡΉΜΑ C1 INFORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
szétröhögtet valakit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to make someone laugh a lot
Θέματα
humor |laughter |informal |emotion |emotions |communication
Ορισμός

To cause someone to laugh very hard, especially with a joke or funny remark. (Mainly in informal North American English; now somewhat dated.)

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε