Ουγγρικά - Αγγλικά

szétszóródik

C1 Ουγγρικά
disperse
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
szétszóródik (vhonnan/vhová)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a group breaks up and spreads
Θέματα
movement |separation |crowd |after_event |core_vocabulary
Ορισμός

Of people, animals, or things that are together: to separate and move away from one another, often so that the group ends or becomes less concentrated.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε