Ουγγρικά - Αγγλικά

szexuális önmegtartóztatás

B2 Ουγγρικά
abstinence
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
not having sex
Θέματα
sexuality |health |relationships |religion |contraception |sex_education
Ορισμός

the choice or practice of not having sexual activity, often for personal, religious, health, or contraceptive reasons.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε