Ουγγρικά - Αγγλικά

szexuális teljesítőképesség

B2 Ουγγρικά
vigour
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
valakinek a szexuális teljesítőképessége
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sexual energy and performance ability
Θέματα
sexuality |virility |male_health |performance |health |body
Ορισμός

Sexual energy and strength, especially a man's ability to perform sexually.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε