Ουγγρικά - Αγγλικά

szexuálisan túlfűtött

C1 Ουγγρικά
horny
C1 INFORMAL
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sexually arousing or erotic
Θέματα
sex |erotic_content |arousal |media |messages |relationships |emotions
Ορισμός

Sexually arousing; likely to make someone feel strong sexual desire.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε