Ουγγρικά - Αγγλικά

színű

A2 Ουγγρικά
coloured
A2
2
Μοτίβο χρήσης:
[színnév] színű
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having one or more colours
Θέματα
color |appearance |decoration |clothing |core_vocabulary
Ορισμός

Having a surface or appearance that shows one or more colours, rather than being plain or colourless.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε