Ουγγρικά - Αγγλικά

szipogás

B1 Ουγγρικά
sniff
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
An act of sniffing
Θέματα
smell |nose |sound |breathing |illness |health |body |core_vocabulary
Ορισμός

A short, audible breath in through the nose, often for smelling or because of a cold or crying.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε