Ουγγρικά - Αγγλικά

szorul

B1 Ουγγρικά
stick, tight
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
ajtó/fiók szorul
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Become fixed in place
Θέματα
stuck |jammed |adhesion |movement_blocked |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To be unable to move or be separated because of being caught, jammed, or adhered.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
valami szorul; az ajtó/fedél/fiók szorul
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
firm and difficult to move
Θέματα
firmly_fixed |no_looseness |objects |grip |movement_restriction |core_vocabulary
Ορισμός

Firmly fixed in place, with little or no space to move or loosen.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε