Ουγγρικά - Αγγλικά

szűkében van

B2 Ουγγρικά
strap
ΡΉΜΑ B2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
vki szűkében van vminek; pénzszűkében/időszűkében van
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
short of money or resources
Θέματα
money |time |shortage |resources |informal |finance |core_vocabulary
Ορισμός

Having very little or not enough money or another needed resource, usually used in the phrase "strapped for" something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε