Ουγγρικά - Αγγλικά

szűklátókörűen

C1 Ουγγρικά
narrowly
C1
2
Μοτίβο χρήσης:
szűklátókörűen + ige (főleg: gondolkodik/lát)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
in a limited or restricted way
Θέματα
limited_scope |thinking |bias |definition |core_vocabulary
Ορισμός

In a way that is limited in range or scope, considering only a small number of factors or possibilities.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε