Ουγγρικά - Αγγλικά

szükségesség

B2 Ουγγρικά
necessity
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
vminek a szükségessége; szükségessé tesz vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
situation making something necessary
Θέματα
lack_of_choice |obligation |circumstances |decision_making |core_vocabulary
Ορισμός

The state, fact, or quality of being necessary, especially when circumstances leave no real choice about what must be done.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε