Ουγγρικά - Αγγλικά

szükségszerűség

C1 Ουγγρικά
imperative
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
stratégiai/üzleti/környezetvédelmi szükségszerűség; szükségszerűséggé válik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
An urgent need or duty
Θέματα
necessity |duty |principle |strategy |ethics |core_vocabulary |work
Ορισμός

An urgent need, duty, or principle that makes a particular action necessary.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε