Ουγγρικά - Αγγλικά

születik

A2 Ουγγρικά
bear, have, borne
ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
vkinek gyereke/kölyke születik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to give birth to
Θέματα
birth |reproduction |family |babies |animals |health |core_vocabulary
Ορισμός

To produce offspring; to give birth to a baby or young animal.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
vmiből születik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Produced or caused something
Θέματα
causation |origin |result |development |core_vocabulary
Ορισμός

Past participle of 'bear', meaning to have produced, generated, or given rise to something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε