Ουγγρικά - Αγγλικά

talál

A1 Ουγγρικά
find
ΡΉΜΑ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
talál vkit/vmit; talál vmit valahol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
discover something by chance or search
Θέματα
search |discovery |location |chance |core_vocabulary
Ορισμός

To come upon or locate something or someone, either by chance or after searching.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
vkit/vmit vmilyennek talál
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
form an opinion about something
Θέματα
opinion |evaluation |judgment |qualities |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To decide or believe that someone or something has a particular quality.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε