Ουγγρικά - Αγγλικά

támadást indít

B1 Ουγγρικά
assault
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
támadást indít valami ellen
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to attack a place in war
Θέματα
military |warfare |attack |strategy |battle |politics
Ορισμός

To make a strong, often direct military attack on a defended place or position.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε