Ουγγρικά - Αγγλικά

tanúvallomást tesz

B2 Ουγγρικά
testify
ΡΉΜΑ B2 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
tanúvallomást tesz a bíróságon; tanúvallomást tesz valaki ellen
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
give evidence in a legal setting
Θέματα
law |court |witness |evidence |oath |communication
Ορισμός

To give evidence as a witness in a court of law or similar official legal proceeding, usually under oath.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε