Ουγγρικά - Αγγλικά

társalkodó

C1 Ουγγρικά
companion
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
társalkodója valakinek; társalkodóként dolgozik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
paid person who keeps someone company
Θέματα
care_work |elderly_care |disability_support |companionship |health |daily_life |work
Ορισμός

A person who is employed to spend time with someone, especially an elderly or disabled person, and often to help with daily activities.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε