távollévő
B2
Ουγγρικά
absentee
B2
1
absentee
C1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
not present; away
Θέματα
absence
|leadership
|family
|parenting
|role
|daily_life
|work
|relationships
Ορισμός
Not present at a particular place; away from where one is expected to be, typically used before a noun.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.