teljes leállás
B1
Ουγγρικά
standstill
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
standstill
B2
Μοτίβο χρήσης:
teljes leállásban van; vmi teljes leállása
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a complete stop in movement
Θέματα
traffic
|movement
|stoppage
|crowd
|transport
|daily_life
Ορισμός
a situation in which movement stops completely, especially in traffic or crowds
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.