Ουγγρικά - Αγγλικά

teremőr

C1 Ουγγρικά
orderly
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
bírósági teremőr
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
assistant who keeps order or runs errands
Θέματα
military |court |attendant |errands |order |work |law
Ορισμός

A person, especially in the military or in a court, whose job is to assist an officer or official by running errands or helping keep order.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε