Ουγγρικά - Αγγλικά

tervszerű

B2 Ουγγρικά
systematic
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
tervszerű munka/eljárás; tervszerűen végez valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
done according to an organized plan
Θέματα
planning |method |organization |work_process |core_vocabulary |work
Ορισμός

Done or acting according to a fixed plan or system, in an orderly and methodical way.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε