Ουγγρικά - Αγγλικά

testvériség

B2 Ουγγρικά
brotherhood
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
csatlakozik egy testvériséghez; a testvériség tagja
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
association or society of people
Θέματα
association |organization |membership |religion |crime |group_identity |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

An organized group or society of people, especially men, who share a common profession, religion, or purpose.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε