tétlenkedik
B2
Ουγγρικά
idle
ΡΉΜΑ
B2
1
idle
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Spend time doing nothing much
Θέματα
leisure
|inactivity
|time
|aimlessness
|daily_life
|work
|core_vocabulary
Ορισμός
To spend time in a relaxed or aimless way, without doing anything important or productive.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.