tettes
B2
Ουγγρικά
perpetrator
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
2
perpetrator
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who commits a crime
Θέματα
crime
|law
|wrongdoing
|violence
|person
|core_vocabulary
Ορισμός
A person who carries out a crime, attack, or other harmful or morally wrong act.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.