Ουγγρικά - Αγγλικά

tevékenyen

B2 Ουγγρικά
actively
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
tevékenyen részt vesz/közreműködik valamiben
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
in an engaged, participating way
Θέματα
participation |involvement |activity |opposition |social_interaction |daily_life |education |work
Ορισμός

In a way that involves taking part or getting involved, rather than staying passive.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε