Ουγγρικά - Αγγλικά

tisztviselő

B2 Ουγγρικά
official
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person in authority
Θέματα
government |authority |organization |public_service |job_role |politics |law |business
Ορισμός

A person who has a position of authority or responsibility in an organization, especially in government or public service.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε