Ουγγρικά - Αγγλικά

tojó

B2 Ουγγρικά
hen
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
tojó + madárfajnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Female bird of a species
Θέματα
birds |wildlife |animal_sex |game_birds |animals |nature
Ορισμός

The adult female of a bird species, especially game birds and some wild birds, when contrasted with the male.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε