Ουγγρικά - Αγγλικά

tönkremenetel

B2 Ουγγρικά
ruin
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek/valaminek a tönkremenetele; tönkremenetelhez vezet
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
State of destruction or collapse
Θέματα
failure |collapse |finance |business |reputation |figurative |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

A condition in which something has been destroyed or has failed completely, especially in a figurative sense.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε