Ουγγρικά - Αγγλικά

törés

A2 Ουγγρικά
fracture
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
törés valakinek a karjában/csuklójában
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a broken or cracked bone
Θέματα
medicine |injury |bones |diagnosis |health |body
Ορισμός

A break or crack in a bone, usually caused by injury, stress, or disease.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
törés kőzetben, fémben vagy üvegben
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
crack in rock or material
Θέματα
materials |engineering |geology |damage |cracks |science |technology
Ορισμός

A break, crack, or separation in a hard material such as rock, concrete, metal, or glass.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε