Ουγγρικά - Αγγλικά

triggerel

C1 Ουγγρικά
trigger
ΡΉΜΑ C1 INFORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
vkit triggerel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
strongly upset or anger someone
Θέματα
emotion |distress |anger |online |trauma |informal |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone to feel a sudden, strong emotional reaction, especially anger, upset, or distress.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε