trip
C1
Ουγγρικά
trip
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
INFORMAL
1
trip
B2
Μοτίβο χρήσης:
tripje van; tripen van; rossz trip
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Hallucinatory drug experience
Θέματα
drugs
|psychedelic
|hallucination
|altered_state
|slang
|health
Ορισμός
An experience of altered perception and hallucinations caused by taking psychedelic drugs such as LSD.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.