tulajdonában van
B2
Ουγγρικά
own
ΡΉΜΑ
B2
2
own
A1
Μοτίβο χρήσης:
vmi vkinek a tulajdonában van
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Have something as property
Θέματα
ownership
|possession
|property
|law
|core_vocabulary
Ορισμός
To have legal or rightful possession of something.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.