Ουγγρικά - Αγγλικά

tulajdonában van

B2 Ουγγρικά
own
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vmi vkinek a tulajdonában van
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Have something as property
Θέματα
ownership |possession |property |law |core_vocabulary
Ορισμός

To have legal or rightful possession of something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε