Ουγγρικά - Αγγλικά

túlnyomórészt

B2 Ουγγρικά
predominantly, dominantly
B2 FORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
mainly; for the most part
Θέματα
degree |majority |proportion |distribution |formal |core_vocabulary
Ορισμός

To a very large degree; mainly, for the most part.

C1 FORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
mainly; for the most part
Θέματα
predominance |majority |composition |distribution |writing |describing |statistics
Ορισμός

In a way that is the main or most common part of something; predominantly.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε