ügettet
B2
Ουγγρικά
trot
ΡΉΜΑ
B2
TECHNICAL
1
trot
C1
Μοτίβο χρήσης:
lovat ügettet; körbeügettet vmit; fel-alá ügettet vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make a horse move at a trot
Θέματα
equestrian
|horses
|training
|gait
|movement
|animals
|sports
Ορισμός
To ride, lead, or train a horse so that it moves at a trot.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.