úgy érzi, hogy tartozik valahová
B1
Ουγγρικά
belong
ΡΉΜΑ
B1
1
belong
B1
Μοτίβο χρήσης:
vki úgy érzi, hogy valahová/valakik közé tartozik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Feel accepted somewhere
Θέματα
belonging
|acceptance
|comfort
|community
|identity
|emotions
|relationships
|core_vocabulary
Ορισμός
To feel accepted and comfortable as part of a group, place, or situation.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.