Ουγγρικά - Αγγλικά

ügyefogyott

C1 Ουγγρικά
hapless
C1 FORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
helpless; unable to cope
Θέματα
helplessness |ineptitude |criticism |humor |emotions |people |work
Ορισμός

Helpless or ineffectual in dealing with problems, often in a slightly humorous or critical way.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε