Ουγγρικά - Αγγλικά

üresen álló

B1 Ουγγρικά
vacant, unoccupied
B1
2
Μοτίβο χρήσης:
üresen álló épület/lakás/ház
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
empty and not being used
Θέματα
availability |places |seating |rooms |buildings |housing |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

Empty and not occupied or being used, especially of a seat, room, or building.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
üresen álló + ház/lakás/épület
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
not lived in; without residents
Θέματα
housing |buildings |inhabited_status |vacancy |society |law
Ορισμός

Not lived in or inhabited; having no people living there.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε