Ουγγρικά - Αγγλικά

üvölt a nevetéstől

B2 Ουγγρικά
howl
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki üvölt a nevetéstől
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Laugh extremely loudly
Θέματα
laughter |humour |strong_emotion |group_reaction |core_vocabulary |communication
Ορισμός

To laugh in a very loud, uncontrolled way, often used for a group of people.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε