üvöltés
B1
Ουγγρικά
roar, bellow
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
roar
A2
Μοτίβο χρήσης:
valakinek/valaminek az üvöltése
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A loud, deep noise
Θέματα
sound
|animal_sound
|loudness
|crowd
|machine
|nature
|animals
|core_vocabulary
Ορισμός
A loud, deep, and prolonged sound made by an animal, person, crowd, or machine.
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
2
bellow
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a loud deep shout
Θέματα
sound
|shout
|loud_voice
|roar
|communication
|sounds
Ορισμός
A loud, deep, powerful shout or roar.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.