Ουγγρικά - Αγγλικά

üzletkötő

B2 Ουγγρικά
salesman, salesperson
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
man whose job is selling
Θέματα
work |sales |retail |services |commerce |business |core_vocabulary
Ορισμός

A man whose job is to sell goods or services, especially in a shop, showroom, or by visiting customers.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
üzletkötőként dolgozik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person whose job is selling
Θέματα
sales |customer_service |job_role |business |retail |work |shopping
Ορισμός

A person whose job is to sell products or services to customers, usually for a company or store.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε