Ουγγρικά - Αγγλικά

vagyonelem

C1 Ουγγρικά
asset
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
vagyonelemként; valaminek a vagyoneleme
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Something valuable that is owned
Θέματα
ownership |property |finance |business |law |core_vocabulary
Ορισμός

Something of value that a person, company, or organization owns, which can be used or sold to meet debts or achieve goals.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε