Ουγγρικά - Αγγλικά

valakinek a veszte

C1 Ουγγρικά
destruction
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 LITERARY
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek/valaminek a veszte; valakinek a vesztét okozza
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
cause of someone’s ruin or death
Θέματα
downfall |ruin |failure |weakness |addiction |core_vocabulary
Ορισμός

Something that causes a person’s complete ruin, failure, or death, especially as a result of their own habits or choices.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε