Ουγγρικά - Αγγλικά

vállalkozik

B1 Ουγγρικά
adventure, undertake
ΡΉΜΑ B1 LITERARY
2
Μοτίβο χρήσης:
vállalkozik vmire / arra, hogy...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To risk doing something uncertain
Θέματα
risk |exploration |movement |attempt |danger |core_vocabulary
Ορισμός

To risk or undertake something despite possible danger or uncertainty.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vállalkozik vmire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Begin an important or hard job
Θέματα
beginning |effort |projects |journey |research |work |core_vocabulary
Ορισμός

To start doing something, especially something that requires effort, planning, or is difficult.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε