Ουγγρικά - Αγγλικά

váltig állít

B2 Ουγγρικά
swear, maintain, insist
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
váltig állítja, hogy...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Strongly assert truth
Θέματα
speech |truth_claim |emphasis |certainty |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To declare with great emphasis that something is true, often based on personal conviction or experience.

ΡΉΜΑ C1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
váltig állítja, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
State firmly is true
Θέματα
claim |insistence |truth_claim |disagreement |formal_speech |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To assert or claim something strongly, especially in the face of opposition.

ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
váltig állítja, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Demand firmly or refuse to change
Θέματα
assertion |demand |persistence |disagreement |decision |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To state something firmly and refuse to accept any opposition or change.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε