vánszorog
B2
Ουγγρικά
toil, crawl, creep
ΡΉΜΑ
B2
LITERARY
1
toil
C1
Μοτίβο χρήσης:
vánszorog vhová/vmin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
move with great effort
Θέματα
slow_movement
|difficulty
|climbing
|effort
|movement
Ορισμός
To move, climb, or progress slowly with difficulty and effort.
ΡΉΜΑ
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vánszorog vhová/vmin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Move extremely slowly
Θέματα
movement
|slow_movement
|traffic
|difficulty
|progress
|travel
|transportation
Ορισμός
To move forward at a very slow speed, often due to congestion or difficulty.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.