védekezik
B1
Ουγγρικά
defend
ΡΉΜΑ
B1
TECHNICAL
1
defend
B1
Μοτίβο χρήσης:
védekezik; jól/rosszul védekezik; valaki ellen védekezik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Prevent opposing team from scoring
Θέματα
sports
|defense
|competition
|team_sports
|scoring
|title
Ορισμός
In sports, to take actions aimed at stopping the opposing team from scoring points or goals.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.