Ουγγρικά - Αγγλικά

véletlenszerűsít

C1 Ουγγρικά
randomize
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
véletlenszerűsít vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
arrange or choose in random order
Θέματα
randomness |ordering |selection |software |education |technology |science
Ορισμός

To change the order or selection of something so that each possible outcome is equally likely and cannot be predicted.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε